Η Κανονικοποίηση της Βίας και η Αποτυχία της Κοινωνίας
- Vassilis Petridis

- πριν από 1 λεπτό
- διαβάστηκε 3 λεπτά

Η καθημερινή αστυνομική ειδησεογραφία δεν είναι πια μια αλληλουχία μεμονωμένων περιστατικών που προκαλούν πρόσκαιρο σοκ. Είναι μια καθαρή ένδειξη μετασχηματισμού της βίας σε κάτι πιο διάχυτο, πιο απρόβλεπτο και τελικά πιο επικίνδυνο για τον μέσο πολίτη. Από επιθέσεις με όπλα σε δημόσιους χώρους μέχρι δολοφονίες για προσωπικές διαφορές, από ξυλοδαρμούς για αφορμές ασήμαντες μέχρι οργανωμένη ή ημι-οργανωμένη παραβατικότητα ανηλίκων, το φάσμα του εγκλήματος στην Ελλάδα δείχνει να επεκτείνεται τόσο σε εύρος όσο και σε ένταση. Το κρίσιμο όμως στοιχείο δεν είναι μόνο η αύξηση των περιστατικών, αλλά η αλλαγή της φύσης τους. Η βία δεν περιορίζεται πια σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα ούτε υπακούει σε άτυπους κανόνες. Εκδηλώνεται μέρα μεσημέρι, σε πλατείες, σχολεία, μέσα μεταφοράς και δημόσιες υπηρεσίες, αγγίζοντας ανθρώπους που μέχρι χθες θεωρούσαν ότι βρίσκονται εκτός κινδύνου.
Τα δεδομένα επιβεβαιώνουν αυτή τη μετατόπιση. Σύμφωνα με την Ελληνική Αστυνομία, τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας παρουσιάζουν σταθερή αύξηση τα τελευταία χρόνια, ενώ η Eurostat καταγράφει ευρύτερη άνοδο σε εγκλήματα βίας και απειλής σε ευρωπαϊκό επίπεδο μετά το 2020. Παράλληλα, η UNODC επισημαίνει ότι η ταχύτερα αυξανόμενη κατηγορία εγκληματικότητας διεθνώς είναι εκείνη της παρορμητικής, μη οργανωμένης βίας, δηλαδή επιθέσεις χωρίς σαφή σχεδιασμό, χωρίς στρατηγικό όφελος και συχνά χωρίς πραγματικό λόγο. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς ποσοτικό αλλά ποιοτικό. Η βία μετακινείται από το ελεγχόμενο και προβλέψιμο στο χαοτικό και τυχαίο.
Σε παλαιότερες εποχές, ακόμη και σε περιβάλλοντα εγκληματικότητας, υπήρχαν όρια. Υπήρχαν ιεραρχίες, υπήρχαν κανόνες εμπλοκής, υπήρχε μια μορφή «λογικής» που ρύθμιζε τη χρήση της βίας. Σήμερα αυτή η λογική δείχνει να αποδομείται. Οι συγκρούσεις ξεκινούν για αφορμές μηδενικής αξίας, οι ανήλικοι εμπλέκονται σε περιστατικά με ένταση που παλαιότερα συναντούσε κανείς μόνο σε ενήλικους δράστες, ενώ η έννοια της συνέπειας —νομικής ή ηθικής— φαίνεται να έχει υποχωρήσει. Παρατηρούμε μια μετάβαση από την στοχευμένη βία στην τυχαία, από την υπολογισμένη πράξη στην παρορμητική έκρηξη. Αυτό καθιστά κάθε πολίτη δυνητικά εκτεθειμένο, ανεξαρτήτως τρόπου ζωής ή κοινωνικού προφίλ.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ψυχολογική διάσταση είναι εξίσου ανησυχητική. Η συνεχής έκθεση σε βίαιο περιεχόμενο, είτε μέσω ειδήσεων είτε μέσω κοινωνικών δικτύων, δημιουργεί μια ιδιότυπη εξοικείωση. Οι εικόνες δεν σοκάρουν όπως παλιά, αλλά αυτή η μείωση της αντίδρασης δεν συνοδεύεται από αύξηση της ετοιμότητας. Αντίθετα, καλλιεργείται μια ψευδαίσθηση κατανόησης χωρίς ουσιαστική προετοιμασία. Ο πολίτης νιώθει ότι «γνωρίζει» τον κίνδυνο, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχει τα εργαλεία να τον αναγνωρίσει εγκαίρως ή να τον διαχειριστεί αποτελεσματικά.
Το πιο επικίνδυνο στοιχείο παραμένει η πεποίθηση ότι «δεν θα συμβεί σε εμένα». Η ατομική ασφάλεια δεν είναι πλέον αποκλειστικά αποτέλεσμα σωστής πρόληψης. Σε ένα περιβάλλον αυξημένης τυχαιότητας, εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό και από συγκυρίες. Το να βρεθεί κάποιος στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή δεν είναι απλώς ένα σχήμα λόγου, αλλά μια ρεαλιστική πιθανότητα. Και όσο η βία γίνεται πιο απρόβλεπτη, τόσο αυτή η πιθανότητα αυξάνεται.
Απέναντι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η παραδοσιακή αντίληψη της αυτοάμυνας αποδεικνύεται ανεπαρκής. Οι περισσότερες πολεμικές τέχνες αναπτύχθηκαν σε διαφορετικά ιστορικά και κοινωνικά πλαίσια, με σαφώς καθορισμένους κανόνες εμπλοκής και σε περιβάλλοντα που δεν έχουν καμία σχέση με τη σύγχρονη αστική καθημερινότητα. Αν και προσφέρουν χρήσιμα στοιχεία, δεν μπορούν να αποτελέσουν από μόνες τους ολοκληρωμένη απάντηση στη σημερινή μορφή βίας. Η σύγχρονη απειλή δεν απαιτεί απλώς τεχνική ικανότητα, αλλά ένα ευρύτερο σύνολο δεξιοτήτων που ξεκινά πολύ πριν την οποιαδήποτε φυσική σύγκρουση.
Η ανάγκη πλέον είναι για μια ολιστική προσέγγιση εκπαίδευσης στην ασφάλεια. Μια προσέγγιση που δίνει έμφαση στην αναγνώριση των προειδοποιητικών ενδείξεων, στην κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς υπό πίεση, στη λήψη αποφάσεων σε συνθήκες στρες και, κυρίως, στην αποφυγή και την αποκλιμάκωση. Η πραγματική ικανότητα δεν βρίσκεται στο πώς θα αντιμετωπιστεί μια επίθεση όταν αυτή εκδηλωθεί, αλλά στο πώς θα αποφευχθεί εξαρχής ή θα περιοριστεί πριν φτάσει στο σημείο μη επιστροφής. Παράλληλα, η γνώση του νομικού πλαισίου και η βασική εκπαίδευση σε πρώτες βοήθειες αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία αυτής της συνολικής προετοιμασίας.
Η εκπαίδευση αυτή δεν αφορά μόνο ειδικές ομάδες ή επαγγελματίες της ασφάλειας. Αφορά το σύνολο της κοινωνίας, από τα παιδιά μέχρι τους ενήλικες. Τα παιδιά χρειάζεται να μάθουν να αναγνωρίζουν την πρόθεση και να αντιλαμβάνονται πότε μια κατάσταση παύει να είναι ασφαλής, ενώ οι ενήλικες οφείλουν να αναπτύξουν δεξιότητες διαχείρισης και όχι κλιμάκωσης των συγκρούσεων. Η ασφάλεια δεν είναι ένστικτο· είναι αποτέλεσμα μάθησης και συνεχούς εξάσκησης.
Η Ελλάδα δεν έχει μετατραπεί σε εμπόλεμη ζώνη, αλλά σίγουρα απομακρύνεται από την εικόνα της κοινωνίας όπου η ασφάλεια θεωρείται δεδομένη. Το έγκλημα εξελίσσεται, προσαρμόζεται και γίνεται ολοένα πιο απρόβλεπτο. Σε αυτό το περιβάλλον, η επιλογή είναι σαφής. Είτε θα επενδύσουμε συνειδητά στην κατανόηση και την προετοιμασία, είτε θα συνεχίσουμε να βασιζόμαστε στην τύχη. Και η τύχη, όπως δείχνει η πραγματικότητα, δεν είναι στρατηγική.




Σχόλια